Τα σκληρά μαθήματα της Μόσχας από τους αιματηρούς πολέμους των τελευταίων πενήντα ετών

Οι επώδυνες εικόνες που έρχονται στη δημοσιότητα από την κατεστραμμένη Μαριούπολη, ίσως είναι λιγότερο αναπάντεχες για εκείνους που θυμούνται τα πλάνα από το Γκρόζνι, την πρωτεύουσα της Τσετσενίας, στη διάρκεια του πολέμου. Αλλά και σε εκείνους που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στη Συρία με την ίδια προσήλωση που δείχνουν στον πόλεμο που ξέσπασε στην ευρωπαϊκή ήπειρο, και δεν μπορούν να ξεχάσουν τους βομβαρδισμούς οικιστικών περιοχών και νοσοκομείων από τα ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη.

Όπως υποστηρίζουν οι Times της Νέας Υόρκης, αυτού του τύπου οι επιχειρήσεις μοιάζουν μάλλον με τμήματα συνειδητής τακτικής του Πούτιν, παρά με εκφάνσεις του χαρακτήρα του στο πεδίο των μαχών, με την αμερικανική εφημερίδα να σημειώνει ότι οι προγενέστερες πολεμικές εμπειρίες της Ρωσίας της έμαθαν ότι οι βομβαρδισμοί αμάχων δεν είναι μόνο αποδεκτοί ως modus operandi, αλλά και ιδιαίτερα χρήσιμοι στρατιωτικά.

Ζητήματα συμμαχιών

Ταυτόχρονα, οι Times εκφράζουν την άποψη ότι δεδομένου ότι η Ρωσία δεν διαθέτει μεγάλο αριθμό συμμάχων – γεγονός που η εφημερίδα αποδίδει στον αυταρχικό χαρακτήρα της κυβέρνησης Πούτιν – δεν έχει και πολλά να χάσει από την αποστροφή της υφηλίου προς τις τακτικές της. Επομένως, όχι απλώς την αποδέχεται, αλλά και την αγκαλιάζει.

Ως τεκμήριο για αυτή την εκτίμηση, επικαλείται ένα κείμενο που έγραψε το 2000, στη διάρκεια του δεύτερου πολέμου της Τσετσενίας, ο Αλεξέι Αρμπάτοφ, επιφανής ρώσος σχεδιαστής πολεμικής στρατηγικής, αλλά και ομοσπονδιακός βουλευτής εκείνη την εποχή. Σε αυτό, ο Αρμπάτοφ μεταξύ άλλων ανέφερε:

«Η καταστροφή ευρείας κλίμακας και οι παράπλευρες απώλειες μεταξύ των αμάχων είναι αποδεκτές προκειμένου να περιοριστούν οι δικές μας απώλειες. Η χρήση βίας είναι η πιο αποτελεσματική λύση στα προβλήματα, αν ασκηθεί αποφασιστικά και μαζικά». Ενώ πρόσθετε ότι οι διεθνείς αντιδράσεις «θα πρέπει να αγνοούνται».

Ωστόσο, σημειώνουν οι Times, αυτή ακριβώς η προσέγγιση ίσως να ευθύνεται σε κάποιο βαθμό για τη μικρή πρόοδο του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία.

Η παγκόσμια οργή δεν σταμάτησε την εισβολή της Ρωσίας στην Τσετσενία ή τη Συρία, όπου ο Πούτιν υποστηρίζει το καθεστώς Άσαντ. Όμως αυτή τη στιγμή συνοδεύεται από κυρώσεις και στρατιωτική στήριξη που καταστρέφουν τη ρωσική οικονομία και κάνουν την εισβολή να βαλτώσει. Η αμερικανική εφημερίδα, θεωρεί πως όλα αυτά αποτελούν αποδείξεις ότι ίσως η πολεμική προσέγγιση της Μόσχας ίσως δεν είναι όσο πραγματιστική πιστεύει το Κρεμλίνο.

Ταυτόχρονα, τονίζει ότι και οι στρατιωτικές δραστηριότητες των ΗΠΑ έχουν συχνά ως θύματα αμάχους, είτε πραγματοποιούνται με drones είτε με επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν αυτό το τίμημα ως κάτι στενάχωρο, αλλά αποδεκτό. Και παρά το γεγονός ότι σπεύδει να τονίσει ότι τα διαφορετικά κίνητρα ΗΠΑ και Ρωσίας έχουν σημασία, παραδέχεται ότι ίσως δεν ενδιαφέρουν ιδιαίτερα εκείνους που καταλήγουν νεκροί.

Αφγανιστάν

Ο σοβιετικός στρατός αναδύθηκε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την αποστολή να μην επιτρέψει ποτέ ξανά ξένη εισβολή, αναφέρουν οι Times. Για αυτό και φρόντισε να αναπτυχθεί σε υπολογίσιμο εχθρό για το ΝΑΤΟ.

Όμως το 1979 ήρθε αντιμέτωπος με μια απειλή, απέναντι στην οποία δεν ήταν προετοιμασμένος: μια εξέγερση στο γειτονικό Αφγανιστάν, όπου σοβιετικές δυνάμεις είχαν εμπλακεί εκείνο το έτος.

Οι Σοβιετικοί υπέστησαν σοβαρές απώλειες από τα χέρια των αφγανών ανταρτών, πριν επιστρέψουν λαβωμένοι στην πατρίδα τους, μετά την ταπεινωτική ήττα που ήρθε μια δεκαετία αργότερα.

Στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, σοβιετικοί αξιωματούχοι στράφηκαν στην αεροπορία, αλλά και στις μεγάλης κλίμακας επιθέσεις.

«Στις κοιλάδες γύρω από την Καμπούλ, οι Ρώσοι προχώρησαν σε μια σειρά από μεγάλες επιχειρήσεις με τη συμμετοχή εκατοντάδων αρμάτων μάχης, χρησιμοποιώντας σημαντικούς πόρους, βόμβες, πυραύλους, ναπάλμ, μια φορά ακόμη και αέριο, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους», έγραφε το 1984 ο Ρόμπερτ Κάσιντι, αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού.

Τσετσενία

Τότε, το 1991, η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και μαζί της μεγάλο μέρος του πρώην σοβιετικού στρατού. Εκείνη τη χρονιά, οι αρχηγοί των φατριών της Τσετσενίας άρχισαν να απαιτούν την αυτονομία της περιοχής τους. Το 1994, η Μόσχα διέταξε εισβολή για να ξαναπάρει τον έλεγχο της περιοχής, που λόγω της θέσης της στον Καύκασο είχε τεράστια γεωστρατηγική και οικονομική σημασία.

Οι ρώσοι στρατιώτες, ωστόσο, υπέστησαν βαρύτατες απώλειες στις μάχες με τους αντάρτες. Έπειτα από ένα μήνα πολιορκίας του Γκρόζνι, μεγάλο μέρος της πόλης καταστράφηκε και χιλιάδες άμαχοι σκοτώθηκαν. Κι όμως, οι Ρώσοι αποχώρησαν ηττημένοι το 1996, με την εξουσία του Κρεμλίνου στην περιοχή να αποδυναμώνεται περαιτέρω.

Το 1999, όταν η Μόσχα εισέβαλε και πάλι στην Τσετσενία, ο αρχηγός του στρατού δήλωσε ότι το λάθος της Ρωσίας ήταν ότι «υπήρξε υπερβολικά ευγενική», δεσμευόμενος σε ακόμη περισσότερη βία.

Αιματοχυσία

Οι πόλεμοι της Τσετσενίας ήταν εξαιρετικά σκληροί, με αμέτρητο αίμα και βιαιοπραγίες και από τις δυο πλευρές. Οι πολέμαρχοι της Τσετσενίας σε πολλές περιπτώσεις φρόντιζαν να εξευτελίζουν τους συχνά νεαρούς και άπειρους ρώσους στρατιώτες, που είχαν υποχρεωθεί να στρατολογηθούν και σε πολλές περιπτώσεις δεν επιθυμούσαν καν να βρίσκονται στην περιοχή, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχαν φέρει στο φως και σειρά από ρωσικές σφαγές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναφέρουν οι Times, ρώσοι στρατιωτικοί ανακήρυσσαν συγκεκριμένα χωριά ασφαλείς ζώνες και στη συνέχεια τα βομβάρδιζαν με τις λεγόμενες βόμβες καυσίμου αέρος, οι οποίες απαγορεύονται από τη Συνθήκη της Γενεύης, σκοτώνοντας αμέτρητους αμάχους.

«Όλοι όσοι παραμείνουν στο Γκρόζνι θα θεωρούνται τρομοκράτες και θα εξοντωθούν από το πυροβολικό και την αεροπορία», προειδοποιούσε επίσημη στρατιωτική εντολή. Στη συνέχεια, η δήλωση αυτή αποσύρθηκε, όμως οι ρωσικές δυνάμεις ισοπέδωσαν την πόλη, έχοντας αποκλείσει τις εξόδους που θα επέτρεπαν στους κατοίκους να την εγκαταλείψουν.

Ο ρόλος του Πούτιν

Ο Πούτιν, τον οποίο ο τότε πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν, είχε προάγει στην πρωθυπουργία σχεδόν από το πουθενά περίπου την περίοδο της έναρξης του πολέμου, εμφανίστηκε ως κεντρικό πρόσωπο της σύγκρουσης, επισκεπτόμενος την πρώτη γραμμή και ασκώντας πιέσεις για περαιτέρω κλιμάκωση.

Με την παραίτηση του Γέλτσιν, ο Πούτιν ανέλαβε καθήκοντα προέδρου, μια θέση την οποία στη συνέχεια κέρδισε σε μια εκλογική διαδικασία στη σκιά του πολέμου. Οικοδόμησε την προεδρία του γύρω από τη σύγκρουση, αυξάνοντας τις εξουσίες του και καταστέλλοντας τα δικαιώματα των πολιτών με την πρόφαση του πολέμου, ο οποίος αναδείχθηκε στη συνέχεια σε μεγάλο του θρίαμβο.

Η σύγκρουση αυτή, αλλά και η προσαρμογή του ρωσικού στρατού σε μια νέα Ευρώπη στην οποία οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ ξεπερνούσαν κατά πολύ τις δικές του, οδήγησε στην υιοθέτηση ενός νέου δόγματος, υποστηρίζουν οι Times.

«Οι επιθέσεις πεζικού, που κάποτε έκριναν την έκβαση των μαχών, σήμερα και ακόμη περισσότερο στο μέλλον θα χρησιμοποιούνται μόνο για την ολοκλήρωση της ήττας του εχθρού», έγραφε ένας ρώσος αξιωματούχος, ο Α.Α. Κοραμπέλνικοφ σε white paper του 2019.

Πλέον, το πυροβολικό και οι εναέριες δυνάμεις θα κάνουν το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς, προκαλώντας ασύλληπτες καταστροφές από μακριά. Όμως, επειδή μεγάλο μέρος των τεχνολογιών που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή είχαν κατασκευαστεί επί Σοβιετικής Ένωσης, συχνά οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν αδιακρίτως – μια πραγματικότητα που η Μόσχα είχε αγκαλιάσει στην περίπτωση της Τσετσενίας.

Συρία

Όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Συρία το 2015, ο τακτικός στρατός της χώρας ήδη προχωρούσε σε μαζικές σφαγές αμάχων. Θέλοντας να αποφύγει τη δημιουργία ενός νέου Αφγανιστάν, η ρωσική αεροπορία έκανε στάχτη ολόκληρες πόλεις, στα πρότυπα της Τσετσενίας.

Ο Βαλέρι Γκερασίμοφ, ο σημερινός αρχηγός του ρωσικού στρατού, έγραφε το 2016 ότι οι δυνάμεις της χώρας του «αποκτούν ανεκτίμητη στρατιωτική εμπειρία στη Συρία». Την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με τους Times, τα συριακά μαθήματα μετατράπηκαν σε επίσημες πολιτικές.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας, οι Times αναγνωρίζουν ότι δεν ακολουθήθηκε το ίδιο μοντέλο. Όμως σημειώνουν ότι όσο η πολεμική επιχείρηση δεν πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της, τόσο αυξάνονται οι επιθέσεις σε κατοικημένες περιοχές, κυρίως σε πόλεις όπως η Μαριούπολη και το Χάρκοβο, που έχουν αποδειχθεί μεγαλύτερες προκλήσεις από ό,τι ίσως εκτιμούσε το Κρεμλίνο.

Ο ρωσικός τρόπος

Επικαλούμενη σχετική έρευνα, η αμερικανική εφημερίδα σημειώνει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες τείνουν να είναι πιο επιθετικοί και να αναλαμβάνουν μεγαλύτερα ρίσκα στη διάρκεια των πολέμων, επειδή δεν είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν.

Το γεγονός αυτό τους επιτρέπει να αδιαφορούν και για τις παγκόσμιες αντιδράσεις για τις απώλειες αμάχων, που σύμφωνα με έρευνες μπορούν να οδηγήσουν στην ανάκληση της λαϊκής εντολής για πόλεμο στην περίπτωση δημοκρατικών κοινωνιών.

Επιπλέον, η Ρωσία διαθέτει λιγότερους συμμάχους, οι οποίοι φυσιολογικά αναγκάζουν τις χώρες να αυτοπεριοριστούν κατά τις πολεμικές τους επιχειρήσεις. Ο Πούτιν, μάλιστα, έχει αναπαράγει στο παρελθόν μια διάσημη φράση του ρώσου αυτοκράτορα Αλέξανδρου Γ’, ότι μόνοι πραγματικοί σύμμαχοι της Ρωσίας είναι ο στρατός και το ναυτικό της.

Και ο αμερικανικός

Φυσικά, και η δημοκρατική Αμερική έχει εξοντώσει αμέτρητους αμάχους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα εξαπέλυε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ανθρώπους που απλώς είχαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, έχει επιτεθεί κατά λάθος σε γάμους και κηδείες.

Οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει επίσης περισσότερες από 1.200 βόμβες διασποράς στο Αφγανιστάν, κατά την εισβολή τους το 2001, ένα όπλο που είχε ήδη απαγορευτεί σε μεγάλο μέρος του πλανήτη εξαιτίας της απειλής που αποτελεί για τους αμάχους.

Οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ στη Ράκκα της Συρίας, η οποία τότε βρισκόταν υπό την κατοχή του Ισλαμικού Κράτους, είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες θανάτους, με μια και μόνο βόμβα να στερεί τη ζωή από 70 πολίτες.

Αμερικανοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν τους θανάτους αμάχων, όμως η αμερικανική στρατηγική στηρίζεται πάντα σε εναέριες επιθέσεις, οι οποίες είναι γνωστό ότι αυξάνουν αυτό τον κίνδυνο. Και δεν έχουν λείψει και οι περιπτώσεις απόπειρας συγκάλυψης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Airwars, μιας μη-κερδοσκοπικής οργάνωσης, οι ρωσικές εναέριες επιθέσεις στη Συρία σκότωσαν 6.398 αμάχους, ενώ οι επιθέσεις της υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχίας στο Ιράκ, 13.244.

Το πρόβλημα του τόπου

Ταυτόχρονα, σημειώνουν οι Times, αιτία για την ακραία βία της Μόσχας στις πολεμικές της επιχειρήσεις, είναι ότι οι τελευταίες συχνά συμβαίνουν σε μεγάλες πόλεις που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της αντίστασης.

Όπως τονίζει η αμερικανική εφημερίδα, στη σύγχρονη εποχή οι αστικές πολιορκίες σε πολλές περιπτώσεις ήταν εκείνες που είχαν οδηγήσει στη μεγαλύτερη αιματοχυσία.

Ουσιαστικά, καθώς το επιτιθέμενο κράτος επιχειρεί να ξεριζώσει την αντίσταση, καταλήγει να προχωρά σε φρικαλεότητες εξαιτίας πολιτών, καθώς επιτίθεται με αγριότητα σε περιοχές όπου μπορεί να ζουν ακόμη και εκατομμύρια αθώοι. Οι μαζικοί εκτοπισμοί και ο λιμός είναι συνηθισμένα φαινόμενα.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σοβιετική Ένωση ισοπέδωσαν γερμανικές πόλεις. Ενώ οι Ρώσοι βίωσαν επίσης τη σκληρή όψη αυτής της κατάστασης σε κάποιες από τις πιο αιματηρές μάχες της σύγχρονης ιστορίας.

«Πού πηγαίνει η ανθρωπότητα;» αναρωτιόταν στο ημερολόγιό του ένας Ρώσος που επέζησε της διετούς πολιορκίας του Λένινγκραντ από τις δυνάμεις των Ναζί. Πάνω από 800.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους. «Πώς θα τελειώσει η πιο φρικαλέα σφαγή; Απαίσιες ερωτήσεις!»